Διαταραχές της εμμήνου ρύσεως ή αιμορραγίες στο μεσοδιάστημα (μεταξύ δυο περιόδων) μπορούν να συμβούν σε όλες τις γυναίκες και να είναι είτε τυχαίο και μοναδικό γεγονός, είτε να οφείλονται σε ορμονική διαταραχή, είτε να  σχετίζονται με παθολογική κατάσταση της μήτρας ή του οργανισμού. Ως εκ τούτου, θα πρέπει πάντα να διερευνώνται και να αποκλείονται η τυχόν ύπαρξη ινομυωμάτων στη μήτρα, η ύπαρξη πολυπόδων, οι κακοήθειες ( καρκίνος ενδομητρίου, καρκίνος τραχήλου, κλπ ), επιπλοκές πιθανής εγκυμοσύνης, παθολογικά αίτια του οργανισμού (όπως για παράδειγμα οι αιματολογικές διαταραχές της πήξης και οι παθήσεις νεφρών και ήπατος), οι ενδοκρινοπάθειες (δυσλειτουργίες θυρεοειδούς, κλπ), το stress, το υπερβολικό αδυνάτισμα, η λήψη φαρμάκων κλπ.

   Ο φυσιολογικός κύκλος καθορίζεται ως εξής: Κυκλικότητα από 25 έως 34 ημέρες, διάρκεια από 3 έως 7 ημέρες, και ποσότητα αίματος από 25ml έως 75 ml. Η κυκλικότητα και η διάρκεια ενός κύκλου παρακολουθείται εύκολα από τη γυναίκα, καλό δε είναι, να σημειώνεται πάντα και να κρατείται σαν αρχείο. Η ποσότητα του αίματος αντίθετα, δεν είναι τόσο εύκολο να αξιολογηθεί, οι περισσότερες γυναίκες όμως είναι εξοικειωμένες στο να γνωρίζουν τα χαρακτηριστικά της εμμήνου ρύσεώς τους, ούτως ώστε οποιαδήποτε εκτροπή από το φυσιολογικό, να γίνεται αμέσως αντιληπτή από τις ίδιες.

   Οι διαταραχές της εμμήνου ρύσεως εμφανίζονται με τη μορφή της συχνομηνόρροιας (κύκλος μικρότερος των 21 ημερών), της υπερμηνόρροιας (κανονικός κύκλος με κανονική διάρκεια σε ημέρες, αλλά υπερβολική ποσότητα αίματος), ολιγομηνόρροια (μικρή ποσότητα αίματος σε κανονικό κύκλο), μηνορραγία (έμμηνος ρύση άνω των 7 ημερών), μητρορραγία και μηνομητρορραγία (αιμορραγία σε άτακτα διαστήματα). Επίσης αναφέρεται και η μεσοκυκλική απώλεια μικρής ποσότητας αίματος, η οποία έχει σχέση με την ωοθυλακιορρηξία, και η αιμορραγία εκ διαφυγής κατά τη διάρκεια λήψης αντισυλληπτικών.

   Όταν δεν υπάρχουν παθολογικά αίτια από τη μήτρα ή τον οργανισμό γενικά, οι διαταραχές του κύκλου οφείλονται σε έλλειψη ωοθυλακιορρηξίας κατά 80% περίπου, σε λειτουργική κύστη ωοθήκης, ή σε ατροφία του ενδομητρίου. Η έλλειψη ωοθυλακιορρηξίας είναι το συχνότερο αίτιο δυσλειτουργικής αιμορραγίας στην εφηβεία (τα πρώτα χρόνια μετά την έναρξη της εμμήνου ρύσεως), ενώ σε μεγαλύτερες γυναίκες το συχνότερο αίτιο είναι το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών και οι λειτουργικές κύστεις ωοθηκών. Σε γυναίκες που βρίσκονται στην ηλικία της εμμηνόπαυσης, καλό θα είναι, πριν μια αιμορραγία αποδοθεί σε φυσιολογικά κλιμακτηριακά φαινόμενα, να αποκλειστούν πιο σοβαρά αίτια. Μετά την εμμηνόπαυση, το αίτιο μιας πιθανής αιμορραγίας είναι πάντα παθολογικό και πρέπει να διερευνάται άμεσα.

   Συνήθως η αιτία ανευρίσκεται εύκολα με την γυναικολογική εξέταση και το υπερηχογράφημα, ενώ απαραίτητο συμπλήρωμα της εξέτασης είναι πάντα κι ένας ορμονικός έλεγχος. Η θεραπεία είναι ανάλογη της αιτίας.

Αντισύλληψη ονομάζεται κάθε μέθοδος που έχει σκοπό να αναστέλλει τη γονιμότητα για όσο καιρό χρησιμοποιείται, ενώ όταν διακόπτεται, η γονιμότητα θα πρέπει να επανέρχεται. Κατ΄αρχήν όλοι θα πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει αντισυλληπτική μέθοδος που να είναι 100% αποτελεσματική, ενώ πολλές από αυτές μπορεί να δημιουργούν και ανεπιθύμητες ενέργειες. 

   Επομένως θα πρέπει να εξετάζονται επισταμένως οι αντενδείξεις κάθε μεθόδου, μελετώντας το ιατρικό ιστορικό της κάθε γυναίκας, τον τρόπο ζωής της, τις συνήθειές της και φυσικά τυχόν παθολογικές καταστάσεις. Επίσης θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπ΄όψιν η επιθυμία της γυναίκας να ακολουθήσει τη συγκεκριμένη μέθοδο αντισύλληψης που προτείνεται, ή η άρνησή της να την υιοθετήσει.

   Η αντισύλληψη διαχωρίζεται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: Φυσικές μέθοδοι αντισύλληψης, μέθοδοι φραγμού, και μέθοδοι που χρησιμοποιούν φαρμακευτικά ή ορμονικά σκευάσματα.

   Οι φυσικές μέθοδοι είναι η ημερολογιακή μέθοδος καθορισμού των γόνιμων ημερών, η παρακολούθηση της θερμοκρασίας του σώματος, ο έλεγχος της τραχηλικής βλέννης (μπορεί μια έμπειρη γυναίκα να αντιληφθεί τη διαφορά στις διάφορες ημέρες του κύκλου της), ο θηλασμός και η αμηνόρροια που προκαλεί, η διακεκομμένη σεξουαλική επαφή, η κολπική πλύση μετά από επαφή. Όλες οι παραπάνω μέθοδοι δεν προσφέρουν την αναμενόμενη ασφάλεια, έχουν μεγάλο ποσοστό αποτυχίας, η κολπική πλύση όμως επιπλέον θα πρέπει να αποφεύγεται, για τον κίνδυνο πυελικής φλεγμονής που επιφυλάσσει. 

   Στις μεθόδους φραγμού ανήκουν το ανδρικό και το γυναικείο προφυλακτικό, το κολπικό διάφραγμα, ο αντισυλληπτικός σπόγγος και διάφορες σπερματοκτόνες ουσίες. Πρόκειται για πιο αξιόπιστες μεθόδους, εντούτοις οι σπερματοκτόνες ουσίες ενοχοποιούνται για ανάπτυξη κολπίτιδων και για ερεθισμό του κόλπου και του αιδοίου μετά από συχνή χρήση.

   Το ενδομήτριο σπείραμα ή σπιράλ είναι μια «συσκευή» που τοποθετείται μέσα στη μήτρα της γυναίκας διαμέσου του τραχήλου και ασκεί την αντισυλληπτική του δράση με διάφορους και συγκεκριμένους τρόπους, ενώ αφαιρείται για να αντικατασταθεί κάθε τρία με πέντε χρόνια. Υπάρχει επιπλέον και σπείραμα με ορμόνη και συγκεκριμένες ενδείξεις τοποθέτησής του. Το ποσοστό αντισύλληψης που προσφέρει το σπιράλ είναι μεγάλο. Οι αντενδείξεις για την τοποθέτησή του είναι πολλές και πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Γενικά θα πρέπει να αποφεύγεται  η τοποθέτησή του σε γυναίκες με παθολογική νόσο που αυξάνει την ευαισθησία του οργανισμού σε λοιμώξεις, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι, το AIDS, η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια υπό αιμοκάθαρση, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, κ.α. Επίσης αντενδείκνυται σε γυναίκες χρήστες ενδοφλεβίων ναρκωτικών, σε γυναίκες με αλλεργία στο χαλκό, σε νόσο του Wilson και σε γυναίκες με κακοήθεια (καρκίνο οπουδήποτε στο σώμα), ή λευχαιμία. Από το γυναικολογικό ιστορικό της γυναίκας μας ενδιαφέρει η πρόσφατη πυελική φλεγμονή, το παθολογικό Παπ-τεστ, ανατομικά προβλήματα της μήτρας ή παθήσεις της που μεταβάλλουν την ενδομητρική κοιλότητα, η κολπίτιδα, η κολπική αιμόροια άγνωστης αιτιολογίας, η ύπαρξη πιθανής εγκυμοσύνης, ο πρόσφατος τοκετός, κ.α.

   Όσον αφορά την ορμονική αντισύλληψη, έχει κι αυτή τα υπέρ και τα κατά της. Τα οφέλη των αντισυλληπτικών δισκίων είναι ότι προσφέρουν άριστη αντισυλληπτική ικανότητα όταν λαμβάνονται όπως πρέπει, ελαττώνουν τα ανδρογόνα, με ευεργετικό αποτέλεσμα στην ακμή, στην αλωπεκία ανδρογενούς τύπου και στο σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, βελτιώνουν σε μέγιστο βαθμό τη δυσμηνόρροια, ελαττώνουν τον όγκο αίματος κατά την έμμηνο ρύση, ελαττώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του παχέος εντέρου και των ωοθηκών, ενώ παρουσιάζουν κι άλλα οφέλη, όσον αφορά την ενδομητρίωση, τα ινομυώματα, τις κύστεις ωοθηκών, την οστική μάζα, κ.α.

   Οι κίνδυνοι από τη χρησιμοποίηση ορμονικής αντισύλληψης είναι η εμφάνιση καταρχήν θρομβοεμβολικών επεισοδίων (έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο, θρόμβωση φλεβών κάτω άκρων, πνευμονική εμβολή). Οι παραπάνω κίνδυνοι είναι αυξημένοι σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας, σε γυναίκες που καπνίζουν, σε παχύσαρκες, σε άτομα με αρτηριακή υπέρταση, ή σε γυναίκες με θρομβοφιλία (αρκετά συχνό φαινόμενο, που οπωσδήποτε δικαιολογεί τον εργαστηριακό έλεγχο τυχόν ύπαρξης της διαταραχής πριν τη συνταγογράφηση αντισυλληπτικών δισκίων). Επίσης τα αντισυλληπτικά μπορεί να παραβλάψουν τη λειτουργία του ήπατος και πρέπει να γίνεται συχνός έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας (εξετάσεις αίματος). Τέλος τα αντισυλληπτικά φαίνεται να αυξάνουν ελάχιστα και την εξέλιξη της δυσπλασίας του τραχήλου προς καρκίνο του τραχήλου.

  Στις αντενδείξεις χορήγησης ορμονικών αντισυλληπτικών είναι η λήψη ορισμένων φαρμάκων, με τα οποία προκαλούν αλληλεπιδράσεις, ο θηλασμός, ο πρόσφατος τοκετός, το κάπνισμα, η παχυσαρκία, η υπέρταση, η μεγάλη ηλικία (άνω των 35), η υπερλιπιδαιμία (χοληστερίνη), η θρομβοφιλία, το ιστορικό εμφράγματος, εγκεφαλικού, καρκίνου του μαστού, οι παθήσεις του ήπατος, κ.α.

   Νεότερη μορφή ορμονικής αντισύλληψης αποτελεί ο κολπικός δακτύλιος και το διαδερμικό αυτοκόλλητο, με τους ίδιους κινδύνους και αντενδείξεις.

   Εάν κάποια αντισυλληπτική μέθοδος αποτύχει, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και η επείγουσα αντισύλληψη (το χάπι της επόμενης ημέρας), με ιατρική καθοδήγηση και συνταγογράφηση, λόγω των αντενδείξεών του και των κινδύνων του. Φυσικά η δράση του είναι αποτελεσματικότερη όσο πιο νωρίς γίνει η λήψη του.

   Σε γυναίκες που έχουν ολοκληρώσει την οικογένειά τους και είναι άνω των 35, προτείνεται και η μη αναστρέψιμη χειρουργική στείρωση, η οποία είναι αποτελεσματική χωρίς να επιβαρύνει τον οργανισμό ή την ορμονική λειτουργία και την έμμηνο ρύση της γυναίκας.

   Σίγουρα η απόφαση για τον τρόπο αντισύλληψης δεν πρέπει να λαμβάνεται βιαστικά κι επιπόλαια από μια γυναίκα, αλλά πρέπει να γίνεται μετά από συζήτηση με τον γιατρό της, για να της εξηγήσει όλα τα οφέλη και τους κινδύνους της κάθε μεθόδου, να γίνει η λήψη του ιστορικού της και κάποιες απαραίτητες εργαστηριακές εξετάσεις. Τέλος, σύμφωνα με την επιθυμία της, θα αποφασιστεί ποια μέθοδο θα ακολουθήσει.

Με τη μέθοδο της υστεροσκόπησης, γίνεται εφικτό στο γυναικολόγο να παρατηρήσει το εσωτερικό της μήτρας, όπως είναι πραγματικά, σε οθόνη και με τη βοήθεια της κάμερας, του υστεροσκοπίου. Έτσι η υστεροσκόπηση χρησιμοποιείται σαν διαγνωστική μέθοδος για πολλές καταστάσεις, αλλά παράλληλα δίνεται η ευκαιρία στον γυναικολόγο να θεραπεύσει πολλές από αυτές.

   Η υστεροσκόπηση αποτελεί την κατάλληλη μέθοδο αντιμετώπισης των πολυπόδων, όπου με το επεμβατικό υστεροσκόπιο γίνεται και η αφαίρεσή τους.  Το ίδιο ισχύει και για τα υποβλεννογόνια ινομυώματα. Επίσης σε περίπτωση διαφράγματος μήτρας, μας δίνει το πλεονέκτημα της διόρθωσης της συγγενούς αυτής βλάβης, χωρίς να χρειαστεί χειρουργείο, όπως χρησιμοποιείται και σε ενδομητρικές συμφύσεις. Χρησιμοποιείται ως διαγνωστικό μέσο στην υπογονιμότητα, στις καθ΄έξιν αποβολές, στις αιμορραγίες της μήτρας, κ.α.

   Η διαδικασία είναι απλή. Σε αίθουσα χειρουργείου, απαιτείται ελαφρά αναισθησία (μέθη) για να είναι ανώδυνη η όλη επέμβαση. Κατόπιν εισάγεται μέσα στη μήτρα, διαμέσου του κόλπου η κάμερα, ενώ ο γυναικολόγος παρατηρεί σε οθόνη το εσωτερικό της μήτρας, το ενδομήτριο. Εάν χρειαστεί επέμβαση αφαίρεσης οποιασδήποτε βλάβης, προσαρμόζεται στην κάμερα το κατάλληλο εργαλείο και η αφαίρεση γίνεται με ασφάλεια, κάτω από παρακολούθηση. Η ανάνηψη της ασθενούς γίνεται μέσα σε μισή ώρα, και σε δύο περίπου ώρες μπορεί να σηκωθεί και να πάει στο σπίτι, χωρίς να χρειάζεται νοσηλεία.  

Κάθε χρόνο μια γυναίκα πρέπει να κάνει υπερηχογράφημα εσωτερικών γεννητικών οργάνων, μήτρας, ωοθηκών, σαλπίγγων, δουγλασσείου χώρου. Είναι σημαντικό, για να αποφευχθούν δυσάρεστες καταστάσεις και προβλήματα που αφορούν αυτά τα όργανα. Με το υπερηχογράφημα θα αναγνωριστούν τυχόν κύστεις στις ωοθήκες, που τις περισσότερες φορές υπάρχουν χωρίς συμπτώματα. Επίσης μπορεί να διαγνωσθεί πιθανή ενδομητριωσική κύστη των ωοθηκών, που αργότερα μπορεί να προκαλέσει υπογονιμότητα. Σε ότι αφορά τη μήτρα, αναγνωρίζεται η ανατομία της, το μέγεθός της, η κλίση της, αν υπάρχουν ινομυώματα, κ.α. Στο ενδομήτριο μπορούν να απεικονιστούν τυχόν πολύποδες, υπερπλασία ενδομητρίου, κ.α. Πρωτίστης σημασίας είναι τα τελευταία χρόνια η πρόληψη παθήσεων, και το υπερηχογράφημα είναι απλό για μια ασθενή και κάτι που δεν πρέπει να αμελεί, τουλάχιστον μια φορά το χρόνο.

Η τεχνική της λήψης του τεστ Παπανικολάου από τον γυναικολόγο, συνίσταται σε λήψη κυττάρων από τον εξωτράχηλο και τον ενδοτράχηλο, με κατάλληλα εργαλεία. Επιπλέον ο γυναικολόγος επιβάλλεται να πάρει υλικό (κύτταρα), από μια ύποπτη περιοχή που θα δει και θα αναγνωρίσει στον τράχηλο. Για αυτό είναι σημαντικό να λαμβάνει το τεστ Παπανικολάου ένα άτομο που γνωρίζει από τέτοιες «ύποπτες» για δυσπλασία περιοχές, ούτως ώστε να μην ξεφύγει της διάγνωσης ένας τράχηλος που αρχίζει να εμφανίζει καρκίνο, γιατί αλλιώς το Παπ-τεστ καθίσταται άχρηστο. 

   Μια γυναίκα που δεν έχει πρόβλημα στον τράχηλο και το τεστ βγαίνει αρνητικό, πρέπει να κάνει τεστ Παπανικολάου μια φορά το χρόνο. Σε άλλες περιπτώσεις, που υπάρχει δυσπλασία στον τράχηλο, ή που έχει βρεθεί με DNA-τεστ ότι υπάρχει ογκογόνος ιός HPV, το τεστ Παπανικολάου πρέπει να γίνεται συχνότερα (ανά εξάμηνο συνήθως).

   Οι κατάλληλες μέρες για λήψη του Παπ-τεστ είναι η 10η – 12η ημέρα του κύκλου (πρώτη ημέρα του κύκλου θεωρείται η πρώτη ημέρα της περιόδου). Τις προηγούμενες ημέρες δεν πρέπει να έχουν χρησιμοποιηθεί ταμπόν, κολπικές κρέμες και σπερματοκτόνα στον κόλπο, δεν πρέπει να έχουν γίνει κολπικές (εσωτερικές) πλύσεις, και πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 2 ημέρες αποχή από σεξουαλική επαφή.

Search