Η κύηση αποτελεί μια φυσιολογική κατάσταση του οργανισμού, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν παθολογία, επιφέρει όμως κάποια συμπτώματα στον οργανισμό και κάποιες αλλαγές στο σώμα, εξωτερικά αλλά και εσωτερικά. Κάποιες φορές μπορεί να εμφανιστούν παθολογικά συμπτώματα, η έγκαιρη αντιμετώπιση των οποίων εξασφαλίζει την ομαλή πορεία της κύησης, μέχρι την ολοκλήρωσή της, τον τοκετό.

   Τα συμπτώματα που προμηνύουν πιθανή εγκυμοσύνη είναι καταρχήν η αμηνόρροια, που συμβαίνει συχνά σε μια κύηση, η ανορεξία, ο έμετος, η ναυτία, η συχνοουρία, η κόπωση, η τάση και η ευαισθησία στους μαστούς. Όλα αυτά βέβαια δεν αποτελούν αποκλειστικά συμπτώματα κύησης, οδηγούν όμως τις γυναίκες σε διερεύνηση (τεστ κύησης, επίσκεψη στον Γυναικολόγο), για επιβεβαίωση.

   Όσον αφορά τις αλλαγές που συμβαίνουν στο σώμα, στο δέρμα μπορεί να εμφανιστεί το χλόασμα της κύησης, (σκούρες περιοχές στο πρόσωπο), όπου γίνεται επιβεβλημένη η χρησιμοποίηση αντηλιακών σκευασμάτων από την έγκυο. Επίσης σκουραίνει η μέση γραμμή στην κοιλιά, οι θηλές, το αιδοίο και ο πρωκτός. Συχνά στην κύηση επίσης εμφανίζεται κνησμός τοπικός ή γενικευμένος, που επιβάλλει τη διερεύνησή του από ειδικό, για να βρεθεί η αιτία του. Στο δέρμα πάλι, είναι πολύ συχνό φαινόμενο η εμφάνιση ραβδώσεων, στην κοιλιά, σε γλουτούς, σε μηρούς.

   Συχνοουρία μπορεί να εμφανιστεί στα αρχικά στάδια, ή σε προχωρημένη κύηση.  Στους ουρητήρες, λόγω πίεσης από τη μήτρα, μπορεί να συμβεί παλινδρόμηση των ούρων και διάταση των ουρητήρων με πόνο (μοιάζει με κωλικό νεφρού). Συχνές είναι και οι ουρολοιμώξεις και οι μικροβιουρίες.

   Αρκετά συχνά στην κύηση παρατηρούνται πόνοι στο σκελετό και στη μέση, ως αποτέλεσμα της αλλαγής στάσης του σώματος και της χαλάρωσης των αρθρώσεων. Εξαιτίας μάλιστα αυτών των αλλαγών, το βάδισμα της εγκύου αλλάζει και γίνεται πιο ασταθές. Συχνά επίσης εμφανίζεται και το σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα (περιστασιακό μούδιασμα και πόνος σε κάποια δάκτυλα του χεριού).

   Ο βλεννογόνος της μύτης και των ούλων γίνεται οιδηματώδης (αυτό συνεπάγεται δυσκολία αναπνοής από τη μύτη, ροχάλισμα) και υπεραιμικός (καμιά φορά αιμορραγούν τα ούλα ή η μύτη). Επίσης συχνότατο φαινόμενο είναι οι αναγωγές της εγκύου και οι λεγόμενες «καούρες», λόγω χαλάρωσης του γαστροοισοφαγικού σφιγκτήρα. Η αλλαγή στην ταχύτητα πέψης των τροφών μπορεί να επιφέρει, μαζί και με άλλους παράγοντες, δυσκοιλιότητα. Στη χολή, κατά τη διάρκεια της κύησης σχηματίζονται εύκολα χολόλιθοι (πέτρα στη χολή, ή λάσπη), ή μπορεί να εμφανιστεί χολοστατικός ίκτερος.

   Στο αιδοίο μπορεί να εμφανιστούν κιρσοί, λόγω της φλεβικής στάσης. Για τον ίδιο λόγο εμφανίζονται και οι αιμορροΐδες στον πρωκτό, που ταλαιπωρούν πολλές εγκυμονούσες.

Κάθε αλλαγή που συμβαίνει στο σώμα της εγκύου είναι φυσιολογική και αναμενόμενη, εκτός βέβαια από αυτές που δεν είναι απόλυτα φυσιολογικές και ταλαιπωρούν τη γυναίκα. Οτιδήποτε απασχολεί μια έγκυο θα πρέπει να το συζητά με το γιατρό της, ο οποίος και θα βρει λύση στο πρόβλημα, ή θα την παραπέμψει στον κατάλληλο γιατρό άλλης ειδικότητας, αν χρήζει ιδιαίτερη και από κοινού παρακολούθηση-θεραπεία.

Ως πρόωρος τοκετός, ορίζεται ο τοκετός που συμβαίνει πριν τις 37 εβδομάδες της κύησης. Τα πιθανά προβλήματα που προκαλούνται στο πρόωρο νεογνό, εξαρτώνται από την εβδομάδα της κύησης που θα γίνει ο τοκετός. Όσο πιο νωρίς στην κύηση συμβεί αυτό, οι πιθανότητες για ένα απόλυτα υγιές μωρό, δυστυχώς μειώνονται. Οι διαταραχές που μπορεί να εμφανίσουν τα πρόωρα νεογνά, αφορούν την κινητικότητά τους, την όραση, την ακοή τους, ή τη νοητική τους λειτουργία.

   Τα αίτια που μπορούν να προκαλέσουν έναν πρόωρο τοκετό, είναι πολλά, τα πιο ενδεικτικά, είναι τα εξής: 

• Η πολύδυμη κύηση, (δίδυμη, τρίδυμη).

• Οι αιμορραγίες ποικίλου βαθμού κατά τη διάρκεια της κύησης.

• Οι λοιμώξεις της μητέρας (ουροποιητικού, αναπνευστικού συστήματος), και οι ενδομήτριες λοιμώξεις.

• Χρόνιες παθήσεις της μητέρας, όπως σακχαρώδης διαβήτης, νεφρική ανεπάρκεια, υπέρταση, κλπ.

• Χειρουργικές επεμβάσεις κατά τη διάρκεια της κύησης.

• Το κάπνισμα και η χρήση ναρκωτικών ουσιών. 

• Οι κολπίτιδες.

   Το μέλημα του γυναικολόγου επικεντρώνεται στην πρόληψη του πρόωρου τοκετού, για την όσο το δυνατόν καλύτερη αποφυγή της γέννησης νεογνών με αυξημένες πιθανότητες νόσησης. Η διάγνωση του πρόωρου τοκετού γίνεται με την αναγνώριση και καταγραφή συσπάσεων του μυομητρίου, οι οποίες συσπάσεις είναι τακτικές και ικανής έντασης, ώστε να προκαλέσουν διαστολή του τραχήλου. Για να προληφθεί η διαστολή λοιπόν, η γυναίκα πρέπει να αρχίσει φαρμακευτική αγωγή και να περιορίσει τη δραστηριότητά της. Αν υπάρχει λοίμωξη ή κολπίτιδα, θα πρέπει στην αγωγή να προστεθούν και αντιβιοτικά. Η φαρμακευτική αγωγή, η λεγόμενη τοκόλυση, περιλαμβάνει φάρμακα που καταστέλλουν τη δραστηριότητα του μυομητρίου και με αυτό τον τρόπο σταματούν τις συσπάσεις. Η χορήγηση επίσης κορτιζόνης, βοηθά το νεογνό να έχει καλύτερη ανάνηψη, σε περίπτωση που τελικά γεννηθεί πρόωρα. Ένα ακόμη όπλο στη μάχη κατά του πρόωρου τοκετού, είναι και η περίδεση τραχήλου. Αυτή γίνεται σε περίπτωση που υπάρχει ήδη διαστολή, ως τελευταίο μέσο διάσωσης του εμβρύου, ή χρησιμοποιείται προφυλακτικά σε εγκύους που είχαν ιστορικό πρόωρου τοκετού ή αποβολής σε προηγούμενη κύησή τους (ένα τέτοιο ιστορικό προδιαθέτει σε επανάληψη του συμβάντος και στην παρούσα κύηση). 

   Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η πρόληψη του πρόωρου τοκετού έχει καλό αποτέλεσμα, δηλαδή είτε να αποφύγουμε εντελώς τον πρόωρο τοκετό και να ολοκληρώσει η κύηση τις εβδομάδες της, είτε να κερδίσουμε έστω κάποιο χρόνο, ημέρες, εβδομάδες, ή και μήνες, για την όσο το δυνατόν καλύτερη πρόγνωση για το νεογνό.

Ο Προγεννητικός έλεγχος έχει σαν σκοπό να ανιχνευθούν πιθανές εμβρυικές ανωμαλίες, όσο γίνεται νωρίτερα στην κύηση, και σε όσο το δυνατόν υψηλότερα ποσοστά, για την κάθε εξέταση. 

   Το ιδανικότερο είναι να αρχίζει με κάποιες εξετάσεις αίματος της γυναίκας, πριν αυτή μείνει έγκυος. Κάθε γυναίκα λοιπόν, πρέπει να διαπιστωθεί εάν έχει αντισώματα έναντι της ερυθράς, και αν όχι, πρέπει να εμβολιάζεται και να αποφεύγει μια πιθανή εγκυμοσύνη το προσεχές τρίμηνο μετά τον εμβολιασμό. Επίσης η γυναίκα πρέπει να ελέγχεται για πιθανό στίγμα μεσογειακής αναιμίας, για αιματοκρίτη (για να αποκλειστεί οποιαδήποτε αναιμία), για αντισώματα τοξοπλάσματος, κ.α. Η γενική αίματος είναι απαραίτητη, γιατί αν διαπιστωθεί μια σιδηροπενική ή μεγαλοβλαστική αναιμία, η θεραπεία θα είναι ευεργετική για μια ενδεχόμενη εγκυμοσύνη. Επίσης πρέπει να ελέγχεται η σωστή λειτουργία του θυρεοειδούς με ορμονικό έλεγχο και να διορθώνεται οποιαδήποτε διαταραχή, για να μην υπάρξουν δυσάρεστα, όσον αφορά την κύηση. Τέλος πρέπει να γίνεται καλλιέργεια κολπικού υγρού κι αν υπάρχει κολπίτιδα, θα πρέπει να θεραπεύεται πριν μείνει η γυναίκα έγκυος.

   Όταν επιτευχθεί η εγκυμοσύνη, η μητέρα θα πρέπει να κάνει μια σειρά εξετάσεων αίματος (γενική, ομάδα αίματος, τεστ δρεπανώσεως, διάφορα αντισώματα για κάποιες ασθένειες, κ.α.).

   Στα αρχικά στάδια της κύησης και πριν τον πρώτο μεγάλο υπέρηχο της αυχενικής διαφάνειας, μπορεί να γίνει η λήψη τροφοβλάστης, με ιδανικό χρόνο τις 11 εβδομάδες της κύησης. Η λήψη τροφοβλάστης μοιάζει με την αμνιοπαρακέντηση, μόνο που γίνεται με λίγο παχύτερη βελόνα και το υλικό που λαμβάνεται είναι από τον σχηματιζόμενο πλακούντα. Η όλη διαδικασία γίνεται υπό συνεχή υπερηχογραφικό έλεγχο. Η λήψη τροφοβλάστης έχει κάποιες ενδείξεις όπου γίνεται, παρέχει αξιόπιστα και άμεσα αποτελέσματα, (μέσα σε δυο ημέρες τα βασικότερα, και τις επόμενες ημέρες το σύνολο των αποτελεσμάτων), και τα τελευταία χρόνια, τα ποσοστά επιπλοκών της είναι παρόμοια με αυτά της αμνιοπαρακέντησης.

   Το υπερηχογράφημα της αυχενικής διαφάνειας γίνεται στις 12-13 εβδομάδες της κύησης. Κατά τη διάρκειά του γίνεται έλεγχος της ανατομίας του εμβρύου, του εγκεφάλου, της αρτιμέλειάς του, κλπ, ενώ μετράται φυσικά και η αυχενική διαφάνεια του εμβρύου. Αν η αυχενική διαφάνεια βρεθεί πάνω από ένα επιτρεπτό όριο, τότε υπάρχουν πιθανότητες για ορισμένες νόσους, ή και χρωμοσωμικές ανωμαλίες.

   Η γνωστή σε όλους πια αμνιοπαρακέντηση, γίνεται μετά τη 16η εβδομάδα της κύησης. Με λεπτή βελόνα αναρροφάται αμνιακό υγρό από τη μήτρα, υπό παρακολούθηση με τον υπέρηχο. Τα πρώτα αποτελέσματα τώρα πια, βγαίνουν στα πρώτα δύο εικοσιτετράωρα. Τα υπόλοιπα μέσα σε 15-20 ημέρες.

   Στις 23-24 εβδομάδες της κύησης γίνεται το υπερηχογράφημα β-επιπέδου, όπου μελετάται λεπτομερώς η ανατομία του εμβρύου (χέρια, πόδια, δάκτυλα, εγκέφαλος, πρόσωπο, καρδιά, διάφραγμα, στόμαχος, νεφρά, ουροδόχος κύστη, γεννητικά όργανα, κ.α.). 

   Την επανάσταση στον προγεννητικό έλεγχο φέρνει, τον τελευταίο καιρό, η ανίχνευση του ελεύθερου DNA του εμβρύου στην μητρική κυκλοφορία. Παίρνοντας απλώς λίγο αίμα από το χέρι της μητέρας, γίνεται έλεγχος DNA για χρωμοσωμικές ανωμαλίες του εμβρύου, για μεταλλάξεις, για κληρονομικές νόσους, για προσδιορισμό του Rhesus του εμβρύου σε περίπτωση αρνητικής μητέρας, (ανιχνεύεται η ασυμβατότητα), κ.α. Επίσης τα επίπεδα του ελεύθερου DNA του εμβρύου στο αίμα της μητέρας, μπορεί να υποδηλώνουν κίνδυνο για πρόωρο τοκετό και διάφορες άλλες επιπλοκές, κυρίως όμως για προεκλαμψία.

Όταν μια γυναίκα μένει έγκυος έχοντας ινομυώματα, η έκβαση της κύησης εξαρτάται από τον αριθμό των ινομυωμάτων, το μέγεθός τους και την εντόπισή τους. Τα ινομυώματα κατά τη διάρκεια της κύησης συνήθως μεγαλώνουν σε μέγεθος.

   Στην περίπτωση που υπάρχουν πολλά και μεγάλα ινομυώματα, τότε εξαρχής η σύλληψη είναι εξαιρετικά δύσκολη, αλλά και αν η γυναίκα μείνει έγκυος, η ολοκλήρωση της κύησης μέχρι το τέλος είναι πολύ σπάνιο γεγονός. Η παρουσία τέτοιων ινομυωμάτων στη μήτρα εμποδίζει την εμφύτευση, ή και την ανάπτυξη του εμβρύου, με αποτέλεσμα την αποβολή του, σε άλλοτε άλλη εβδομάδα.

   Εάν το έμβρυο δεν αποβληθεί και η κύηση προχωρήσει, τότε υπάρχει κίνδυνος για πρόωρο τοκετό, για αποκόλληση του πλακούντα, για δυσκολία κατά τον τοκετό (λόγω μη ικανότητας της μήτρας να συσπασθεί ικανοποιητικά και λόγω άσχημης θέσης του εμβρύου), κ.α. Μετά τον τοκετό, μια ινομυωματώδης μήτρα θα είναι πιο δύσκολο να παλινδρομήσει, δηλ. να συσπασθεί και να μειωθεί σε μέγεθος, επομένως θα αιμορραγεί περισσότερο του κανονικού σε ποσότητα και διάρκεια.

   Τέλος, μια επιπλοκή των ινομυωμάτων που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της κύησης, είναι η λεγόμενη ερυθρά εκφύλιση ινομυώματος, που συνίσταται σε νέκρωση του ινομυώματος με συνοδό πολύ έντονο πόνο, που κάνει πολλές φορές τη νοσηλεία επιβεβλημένη και χρήζει φαρμακευτικής αγωγής με δυνατά αναλγητικά.

Search